Η κοινωνική ευγένεια πεθαίνει -Τρεις λόγοι που εξηγούν την έκρηξη της αγένειας γύρω μας-νέες έρευνες

Τα τελευταία χρόνια, ολοένα και περισσότεροι πολίτες ανά τον κόσμο εκφράζουν την αίσθηση ότι η καθημερινότητα γίνεται πιο τραχιά, οι δημόσιες συμπεριφορές πιο σκληρές, οι συναναστροφές πιο αμήχανες και συχνά πιο προσβλητικές. Από τον επιβάτη που μιλάει στο κινητό του με ανοιχτή ακρόαση στο μετρό, μέχρι τον πελάτη που φωνάζει στον υπάλληλο σε ένα κατάστημα λιανικής, το φαινόμενο της αγένειας μοιάζει να έχει αποκτήσει νέες διαστάσεις. Το ερώτημα που αναδύεται είναι αν αυτή η αίσθηση πρόκειται για μια απλή εντύπωση ή για μια πραγματική κοινωνική μεταβολή που τεκμηριώνεται και ερευνητικά.
Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια δείχνουν ότι η απάντηση τείνει προς το δεύτερο. Σύμφωνα με προ ημερών έρευνα στις Ηνωμένες Πολιτείες, που δημοσιεύει το Vox, σχεδόν οι μισοί πολίτες θεωρούν ότι μετά την πανδημία της COVID-19 οι άνθρωποι γίνονται πιο αγενείς σε δημόσιους χώρους. Το 20% μάλιστα δηλώνει ότι η κατάσταση έχει επιδεινωθεί «πολύ» σε σχέση με το παρελθόν. Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στην αμερικανική κοινωνία. Παρόμοιες διαπιστώσεις έχουν καταγραφεί και σε έρευνες της Ευρώπης, όπου τα φαινόμενα αγενών συμπεριφορών αυξάνονται, ιδίως απέναντι σε εργαζόμενους πρώτης γραμμής σε καταστήματα, υπηρεσίες ή μέσα μεταφοράς.
Η πανδημία λειτούργησε σαν καταλύτης. Τα χρόνια της απομόνωσης, του φόβου και της αβεβαιότητας άφησαν ισχυρά αποτυπώματα στις ψυχικές αντοχές των ανθρώπων. Η επιστροφή στην κανονικότητα βρήκε πολλές κοινωνίες κουρασμένες, με χαμηλότερα αποθέματα υπομονής και με αυξημένη δυσπιστία προς τους άλλους. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι συνθήκες αυτές έδωσαν έδαφος σε πιο απότομες αντιδράσεις, σε εκρήξεις θυμού ή σε μια γενικευμένη αδιαφορία για τους κανόνες της ευγένειας.
Η τεχνολογία αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα
Η τεχνολογία αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα. Τα κινητά τηλέφωνα, οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και η συνεχής συνδεσιμότητα δημιουργούν νέους κώδικες συμπεριφοράς, που πολλές φορές συγκρούονται με τις παραδοσιακές αντιλήψεις περί σεβασμού στον δημόσιο χώρο. Όταν κάποιος μιλάει φωναχτά στο κινητό μέσα στο λεωφορείο ή όταν χρησιμοποιεί το ηχείο σε μια καφετέρια, δεν παραβιάζει απλώς τον «άγραφο κανόνα» της διακριτικότητας· προκαλεί και την ενόχληση των γύρω του, οι οποίοι αισθάνονται ότι η δική τους ιδιωτικότητα παραβιάζεται.
Έρευνες έχουν δείξει ότι οι συνομιλίες μέσω κινητού είναι κατά μέσο όρο σχεδόν διπλάσια πιο δυνατές από τις πρόσωπο με πρόσωπο συζητήσεις, ενώ οι «μονομερείς» συνομιλίες, όταν ακούμε δηλαδή μόνο τον έναν συνομιλητή, αποσπούν πολύ περισσότερο την προσοχή και εκλαμβάνονται ως πιο ενοχλητικές.
Αν αναλογιστούμε τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν, η εξάπλωση τέτοιων φαινομένων δεν είναι ανεξήγητη. Το αυξημένο στρες, η οικονομική ανασφάλεια, η πίεση της καθημερινότητας και η διαρκής σύγκριση που επιβάλλουν τα κοινωνικά δίκτυα, συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου η υπομονή λιγοστεύει. Η παραμικρή καθυστέρηση σε μια ουρά, η αργή εξυπηρέτηση σε ένα κατάστημα, ακόμη και μια απλή παρεξήγηση στον δρόμο, μπορούν να αποτελέσουν αφορμές για εκρήξεις θυμού και αγένειας. Ο δημόσιος χώρος μετατρέπεται σε σκηνή όπου οι εντάσεις εκτονώνονται χωρίς φραγμούς.
Η εικόνα αυτή αντανακλάται και στα στοιχεία από τον χώρο της εργασίας. Έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Harvard Business Review έδειξε ότι το ποσοστό των εργαζομένων πρώτης γραμμής που δέχονται αγενείς συμπεριφορές από πελάτες αυξήθηκε από 61% το 2012 σε 73% το 2022. Οι εργαζόμενοι σε εστίαση, μεταφορές και υγειονομική περίθαλψη βρίσκονται συχνά στο στόχαστρο της δυσφορίας και της έντασης των πολιτών, με αποτέλεσμα να αναπτύσσεται ένας φαύλος κύκλος: όσο περισσότεροι πελάτες φέρονται αγενώς, τόσο περισσότερο οι εργαζόμενοι βιώνουν εξουθένωση και απαντούν με ανάλογο τρόπο.
Η αγένεια υπήρχε πάντα
Η αγένεια δεν είναι βέβαια καινούργιο φαινόμενο. Υπήρχε πάντα, σε όλες τις κοινωνίες και σε όλες τις εποχές. Αυτό που αλλάζει σήμερα είναι η ένταση και η συχνότητα με την οποία εκδηλώνεται. Οι συμπεριφορές που κάποτε θεωρούνταν περιθωριακές ή εξαιρετικές, φαίνεται να γίνονται πλέον πιο συνηθισμένες. Η δημόσια σφαίρα μοιάζει να χάνει σιγά σιγά την αίσθηση του μέτρου, της διακριτικότητας και της κοινής ευγένειας.
Η συζήτηση γύρω από το ζήτημα δεν είναι μόνο ηθική ή κοινωνιολογική. Έχει και πρακτικές διαστάσεις. Οι πόλεις που χαρακτηρίζονται από υψηλά επίπεδα αγένειας γίνονται πιο δύσκολες για διαβίωση, μειώνεται η κοινωνική συνοχή και αυξάνεται η αποξένωση. Όταν οι άνθρωποι φοβούνται ή αποφεύγουν να αλληλεπιδράσουν με αγνώστους, ο δημόσιος χώρος μετατρέπεται από πεδίο συνύπαρξης σε απλή ζώνη διέλευσης. Έρευνες σε δημόσια πάρκα μεγάλων μητροπόλεων, όπως της Νέας Υόρκης, καταγράφουν ότι οι επισκέπτες περνούν λιγότερο χρόνο εκεί, κινούνται γρηγορότερα και αλληλεπιδρούν λιγότερο με τους γύρω τους.
Η νέα γενιά αγενών πολιτών
Μια ενδιαφέρουσα παράμετρος είναι η διαγενεακή. Νεότερες γενιές φαίνεται να αποδέχονται πιο εύκολα κάποιες συμπεριφορές που οι παλαιότεροι θεωρούν απρεπείς. Για παράδειγμα, η χρήση ηχείου στο κινητό ή η έντονη διαδικτυακή κριτική συχνά δεν ενοχλεί ιδιαίτερα τους εφήβους και τους νέους ενήλικες, ενώ προκαλεί έντονες αντιδράσεις στους μεγαλύτερους. Αυτή η διαφοροποίηση τροφοδοτεί περαιτέρω την αίσθηση ότι «οι καιροί αλλάζουν» και ότι η ευγένεια χάνει έδαφος.
Τι μπορεί να γίνει, όμως, για να αναστραφεί αυτή η τάση; Οι κοινωνιολόγοι τονίζουν ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Η καλλιέργεια της ευγένειας και του σεβασμού στον δημόσιο χώρο προϋποθέτει εκπαίδευση, παραδείγματα από την οικογένεια και τους θεσμούς, αλλά και συλλογικές καμπάνιες ευαισθητοποίησης. Σε κάποιες χώρες, οι δημοτικές αρχές ξεκινούν προγράμματα που υπενθυμίζουν στους πολίτες τους κανόνες της κοινωνικής συμβίωσης. Άλλες επενδύουν στην ενίσχυση των εργαζομένων πρώτης γραμμής, παρέχοντάς τους εργαλεία για να αντιμετωπίζουν τις αγενείς συμπεριφορές.
Στο τέλος, το ζήτημα παραμένει βαθιά ανθρώπινο. Η αγένεια δεν είναι απλώς μια συμπεριφορά· είναι σύμπτωμα της κοινωνικής ψυχολογίας, της πίεσης, της αποξένωσης και της αδυναμίας να δούμε τον «άλλο» ως συμμέτοχο της ίδιας εμπειρίας. Το αν η κοινωνία θα καταφέρει να περιορίσει την εξάπλωσή της εξαρτάται από τη διάθεση όλων μας να ξαναθέσουμε στο κέντρο τον σεβασμό και τη συνύπαρξη.
Καθώς προχωράμε στη νέα δεκαετία, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: θα αποδεχθούμε την αγένεια ως το νέο φυσιολογικό ή θα καταφέρουμε να ανακτήσουμε τις μικρές καθημερινές χειρονομίες ευγένειας που κάνουν τη ζωή πιο ανεκτή; Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί μόνο από τις έρευνες ή τους ειδικούς. Θα δοθεί από τις ίδιες μας τις πράξεις, κάθε φορά που στεκόμαστε σε μια ουρά, που μπαίνουμε σε ένα λεωφορείο, που μιλάμε στο κινητό ή που ερχόμαστε σε επαφή με τους ανθρώπους γύρω μας.