Στροφή της Κίνας στις βιομηχανικές φάρμες γάλακτος

mesaralive.gr  18 April, 2019 ΚΟΣΜΟΣΑΡΘΡΑ
Στροφή της Κίνας στις βιομηχανικές φάρμες γάλακτος

Κινέζοι ηγέτες έχουν προσεγγίσει το γάλα σαν έμβλημα μιας σύγχρονης, ευημερούσας κοινωνίας. Το τρέχον, 13ο πενταετές σχέδιο του κυβερνώντος κόμματος αναφέρει σαν μία από τις βασικές του προτεραιότητες τη στροφή από τα μικρά κοπάδια σε μεγαλύτερες βιομηχανικές, εργοστασιακές φάρμες για να συνεχίσει ο πληθυσμός του 1.4 δις να καταναλώνει γάλα, ενώ οι επίσημες διατροφικές οδηγίες προτρέπουν σε κατανάλωση τριπλάσιων από τις σημερινές ποσοτήτων σε γαλακτοκομικά προϊόντα.

Η κατανάλωση γαλακτοκομικών αυξήθηκε στην Κίνα κατά τη δεκαετία του ’80 και στις αρχές του ’90 με το δυτικό μοντέλο λιανικής των σουπερ-μάρκετ να φτάνει στις πόλεις. Τα πενταετή κυβερνητικά πλάνα, από το 1990 και μετά, εισήγαγαν σειρά ενισχυτικών μέτρων για τις γαλακτοκομικές επιχειρήσεις. Το κράτος διευκόλυνε τα δάνεια σε εταιρείες για να αγοράζουν αγελάδες, έδωσε σε εταιρείες επεξεργασίας φοροαπαλλαγές και διέθεσε δεκάδες εκατομμύρια κεφάλαια δημοσίου χρέους για να βελτιωθεί το ζωικό κεφάλαιο και οι υπηρεσίες άμελξης και συσκευασίας.

Ένα φάντασμα που σημειώνεται ότι κρύβεται πίσω από την τρέχουσα πολιτική είναι τα χρόνια της πείνας και οι συνεχείς ελλείψεις στα τρόφιμα που θυμούνται πολίτες μεγαλύτερης ηλικίας. Mε το μαοϊκό πρόγραμμα για ένα μεγάλο βήμα μπροστά (Mao’s Great Leap Forward) που άρχισε το 1958, οι αγρότες στράφηκαν προς την κολλεκτιβοποιημένη γεωργία, πληρώνονταν με συγκεκριμένα χρήματα για την παραγωγή τους, χωρίς να τους επιτρέπεται να βγάλουν κέρδος από οποιοδήποτε πλεόνασμα. Σε συνθήκες πλημμύρας και ξηρασίας το 1959, η αγροτική παραγωγή κατέρρευσε και κατά τη διάρκεια του μεγάλου λιμού που ακολούθησε τουλάχιστον 36 εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν. Τη δεκαετία της πολιτιστικής επανάστασης το 1966-1976 εκατομμύρια άνθρωποι μετακινήθηκαν και μέχρι το τέλος της, ο αγροτικός πληθυσμός μόλις που είχε αρκετούς πόρους τροφής.

Η μετατροπή του γάλακτος σε βασικό στοιχείο διατροφής στη σύγχρονη Κίνα που αφορά και τη δημιουργία μιας αγοράς εκεί που πριν δεν υπήρχε καμμία, περιλαμβάνει σύμφωνα με δημοσίευμα του theguardian.com, κινήσεις ιδιωτικοποίησης της κτηνοτροφίας, μετατροπής των εταιρειών επεξεργασίας σε επιχειρήσεις και ερημικών περιοχών σε εγκαταστάσεις για μεγάλες εργοστασιακές φάρμες.

Οι μεταρρυθμίσεις του Deng Xiaoping, που είχαν ξεκινήσει τον Δεκέμβριο του 1978 οδηγούσαν σε μια περίοδο κατά την οποία το ΑΕΠ θα αυξανόταν κατά μέσο όρο 10% τον χρόνο μέχρι το 2010. Η πρώτη φάση των μεταρρυθμίσεων έδωσε τέλος στην κολλεκτιβοποιημένη γεωργία, οι βιομηχανίες δέχτηκαν ξένες επενδύσεις και επετράπη η λειτουργία επιχειρήσεων. Ένα νέο «πρόγραμμα υπευθυνότητας των νοικοκυριών» (household responsibility programme) προέβλεπε οικογένειες να καλλιεργούν χωράφια και να πωλούν το πλεόνασμα για να κερδίζουν. Οι συγκεκριμένοι μικροϊδιοκτήτες ενθαρρύνονταν να κρατήσουν λίγα ζώα για να αυξήσουν το εισόδημά τους από το γάλα και για να ενισχύσουν τα αποθέματά τους.

Ο κινηματογραφιστής Jian Yi που ζει στο Πεκίνο θυμάται τη στιγμή που μπήκε στη ζωή του το γάλα. «Ήταν τη δεκαετία του ’90 και το είδα για πρώτη φορά σε μια διαφήμιση στην τηλεόραση. Η διαφήμιση έλεγε ότι η κατανάλωση γάλακτος θα έκανε την Κίνα πιο δυνατή, θα έσωζε το έθνος.» Όπως και οι περισσότεροι Κινέζοι που ανήκουν στην εθνότητα Χαν, που συναπαρτίζει το 95% του πληθυσμού, είχε δυσανεξία στη λακτόζη, βρίσκοντάς το δύσκολο να το μεταβολίσει. Οι γονείς του δεν κατανάλωναν καθόλου γάλα όσο μεγάλωναν. Η οικονομία της Κίνας ήταν τότε κλειστή στην παγκόσμια αγορά και η δική της παραγωγή πολύ περιορισμένη. Κατά τη διάρκεια της εποχής Μάο το γάλα ήταν διαθέσιμο σε ορισμένες ποσότητες και χορηγούταν σε όσους πιστευόταν ότι το είχαν ιδιαίτερη ανάγκη: παιδιά, ηλικιωμένους, αθλητές και κομματικά στελέχη συγκεκριμένου βαθμού.

Όπως σημειώνει η Felicity Lawrence σε σχετικό άρθρο στον theguardian.com, μέχρι τον 20ο αιώνα η κατανάλωση γάλακτος γενικά αποφευγόταν ως κάπως αποκρουστική ξενόφερτη συνήθεια. Είχε απαγορευτεί να φτάνουν αγελάδες στα κινεζικά λιμάνια κατά τη διάρκεια των πολέμων του οπίου τον 19ο αιώνα, με μόνο λίγες ομάδες όπως πάστορες της Μογγολίας να χρησιμοποιούν γάλα σε ζύμωση (fermented) – ωστόσο, δεν αποτελούσε μέρος της τυπικής κινεζικής δίαιτας.

Καθώς η Κίνα άνοιγε την οικονομία της στην αγορά, μετά τον θάνατο του Μάο, γάλα σε σκόνη άρχισε να κάνει την εμφάνισή του σε μικρά μαγαζιά, απ’ όπου μπορούσε κανείς να το προμηθευτεί με κρατικά κουπόνια.

Το 1949, έτος εκκίνησης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, η χώρα λέγεται ότι διέθετε μόλις 120.000 αγελάδες. Το 1990 υπολογίζεται ότι οι Κινέζοι κατανάλωναν γύρω στα τέσσερα κιλά γαλακτοκομικών προϊόντων κατά μέσο όρο τον χρόνο. Μέχρι το 2005, αυτό το νούμερο είχε ανέβει στα 18 κιλά το άτομο, τον χρόνο. Στην επαρχία η κατανάλωση ήταν πίσω αλλά το ίδιο χρονικό διάστημα είχε ανέβει από το ένα κιλό για τον Κινέζο τον χρόνο στα τρία κιλά. Η μέσα Μογγολία έγινε η κύρια πηγή γάλακτος και σήμερα αντιπροσωπεύει το ένα τέταρτο της συνολικής παραγωγής γάλακτος στη χώρα, είναι μέτοχος της εταιρείας Yili, που έχει κεντρικά γραφεία στο Hohhot ενώ και η δεύτερη μεγαλύτερη βιομηχανία γάλακτος, η Mengiu έχει εκεί τη βάση της και ελέγχεται από το κράτος. Το γκρουπ Yili έχει επενδύσει σε μονάδες παραγωγής γάλακτος στη Νέα Ζηλανδία και μεταφέρει ότι συμμετέχει σε σύμπραξη στα πλαίσια της πρωτοβουλίας για Δρόμο του Μεταξιού (Belt and Road Dairy Alliance).

Οι εταιρείες Yili, Mengniu και Shengmu διαθέτουν αρκετά κεφάλαια, με ιδιώτες μετόχους και ξένους επενδυτές αλλά το κράτος διατηρεί την εποπτεία με διάφορους τρόπους, κρατώντας σημαντικό ποσοστό, εξασφαλίζοντας προτιμητέα πρόσβαση σε κρατικό τραπεζικό δανεισμό ή κεφάλαια του δημοσίου όπως η γη ή η καταχώρηση στο χρηματιστήριο. Εκ μέρους της συνεταιριστικής ολλανδικής τράπεζας Rabobank που παρέχει οικονομικές υπηρεσίες σε 17 από τις 20 μεγαλύτερες γαλακτοβιομηχανίες στον κόσμο, ο αναλυτής της Peter Paul Coppes σχολιάζει σχετικά: «Υπάρχει μακρόπνοο ενδιαφέρον του κινεζικού κράτους για συνεργασία με διεθνείς εταίρους. Ωστόσο δεν αφήνουν σε εκείνους τον έλεγχο της παραγωγής, εκείνοι πρέπει να περιοριστούν σε μειοψηφική απόκτηση μετοχών».

Η Κίνα είναι η τρίτη μεγαλύτερη γαλακτοπαραγωγός χώρα στον κόσμο, με γύρω στις 13 εκατομμύρια αγελάδες και ο μέσος πολίτης υπολογίζεται ότι από ‘κει που δεν έπινε καθόλου γάλα, σήμερα καταναλώνει περίπου 30 κιλά προϊόντα με βάση το γάλα τον χρόνο.

Το να καθίστανται τα ζωικά προϊόντα, και ιδιαιτέρως το γάλα, διαθέσιμα σε όλους τους πολίτες θεωρείται ένας τρόπος να αντιμετωπίζονται πιθανά αποσταθεροποιητικές ανισότητες που έκαναν την εμφάνισή τους με την ανάπτυξη της Κίνας ανάμεσα στις μεγάλες πόλεις και κάποιες από τις φτωχότερες αγροτικές περιοχές.

Ο κινηματογραφιστής Jian Yi εντοπίζει αυτή τη στροφή προς το γάλα στη μαζική αγορά τηλεοράσεων και τους Ολυμπιακούς Αγώνες που έγιναν το 1984 στο Λος Άντζελες. «Εντυπωσιάστηκαν από το πόσο δυνατοί και ψηλοί ήταν αθλητές άλλων χωρών. Μοιάζει να κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι Αμερικανοί κατανάλωναν πολύ μοσχαρίσιο κρέας και γάλα και ότι οι Κινέζοι έπρεπε να ακολουθήσουν». Επιπλέον, με την αύξηση των μισθών τα ψυγεία έγιναν πιο προσιτά. Για τους εργάτες που δούλευαν πολλές ώρες, τα γαλακτοκομικά ήταν ένας πρακτικός τρόπος να λαμβάνουν βιταμίνες ενώ η τεχνολογία που εισήχθη στα τέλη του ’90, επέκτεινε τη διάρκεια ζωής και ενίσχυσε περαιτέρω την κατανάλωση.

Από τα μέσα του ’80 και μετά, ένας αριθμός μεγάλων πολυεθνικών γάλακτος όπως η Fonterra, η Nestlé, η Danone και η Arla επένδυσαν πολλά χρήματα στην Κίνα. Αλυσίδες fast food, πχ η McDonald’s στις αρχές του ’90 έβαλαν το τυρί στην καθημερινή διατροφή. Στο τέλος της δεκαετίας άνοιξαν τα Starbucks στο Πεκίνο και η κουλτούρα των δυτικών καφέ έκανε το γάλα της μόδας.

Το 2000 άρχισε ένα πρόγραμμα καθημερινής διανομής ενός ποτηριού δωρεάν γάλακτος στα παιδιά που πήγαιναν σχολείο στις πόλεις, που στη συνέχεια επεκτάθηκε στις αγροτικές περιοχές.

Σε μια άλλη περιβαλλοντική διάσταση, η γαλακτοφόρος κτηνοτροφία της Κίνας υπολογίζεται ότι απαιτεί πρόσβαση σε μεγάλες ποσότητες καθαρού νερού, ενώ εκτιμάται ότι χρειάζονται 1.020 λίτρα νερού για την παρασκευή ενός λίτρου γάλακτος. Όμως στη χώρα εντοπίζεται ακόμη λειψυδρία, με την Κίνα να αγοράζει δικαιώματα χρήση γης, νερού και να ιδρύει εργοστάσια επεξεργασίας στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με ακαδημαϊκή έρευνα με τη συνδρομή Κινέζων και Ολλανδών επιστημόνων που επικαλείται το δημοσίευμα του Guardian, εάν η κινεζική κατανάλωση γάλακτος συνεχιστεί με τους ρυθμούς που προβλέπεται και με τις ίδιες μεθόδους, οι παγκόσμιες  εκπομπές μόνο από την παραγωγή γάλακτος θα αυξηθούν κατά 35% και η γη που θα χρειαστεί για να την εκτροφή θα πρέπει να επεκταθεί σε ποσοστό 32% τα επόμενα τριάντα χρόνια.

 

 

Πηγή: Felicity Lawrence, theguardian.com / φωτογραφία εξωφύλλου: φάρμα υπό τη διοίκηση της Fonterra στην επαρχία Hebei (2012, theatlantic.com)

 

mesaralive.gr  18 April, 2019 ΚΟΣΜΟΣΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

 

Περισσότερα νέα

mesaralive.gr | επίσημη σελίδα